Νέα / Ειδήσεις

20.02.2026

Το νέο τεύχος της ΕΕργΔ (Δεκέμβριος 2025) & Ευρετήριο 2025

Στο νέο τεύχος της ΕΕργΔ (Δεκέμβριος 2025) που μόλις κυκλοφόρησε:

Ο Δημήτρης Ζερδελής εξετάζει το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και, ταυτόχρονα, ερευνά το κρίσιμο ερώτημα αν η απαγόρευση διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και η γενική αρχή της ισότητας μπορούν να λειτουργήσουν ως περιορισμοί της συλλογικής αυτονομίας. Η υπόθεση που απασχόλησε τον συγγραφέα στη γνωμοδότησή του αφορούσε τη θέσπιση, μέσω επιχειρησιακής σ.σ.ε., για τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου χαμηλότερων μισθολογικών απολαβών έναντι αυτών που προβλέφθηκαν για τους συγκρίσιμους εργαζομένους αορίστου χρόνου. Στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνει ο συγγραφέας, η δυσμενέστερη μεταχείριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου ως προς την αμοιβή οφείλεται στη φύση της σύμβασής τους, κι έτσι ενεργοποιείται η ρήτρα 4 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία σε σχέση με τη γενική αρχή της ισότητας είναι lex specialis. Εκτός όμως από την παράβαση της απαγόρευσης διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, συντρέχει και παράβαση της γενικής αρχής της ισότητας και της αρχής της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία. Το γεγονός δε ότι οι αποδοχές των εργαζομένων αορίστου χρόνου καθορίζονται με σ.σ.ε., από το πεδίο εφαρμογής της οποίας αποκλείονται οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου, δεν αίρει την παράβαση —τονίζει ο συγγραφέας—, καθώς τόσο η γενική αρχή της ισότητας όσο και η αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, όπως και η απαγόρευση διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, δεσμεύουν και τα μέρη της σ.σ.ε. Η συλλογική αυτονομία δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα χωρίς όρια. Εφόσον στους φορείς της συλλογικής αυτονομίας αναγνωρίζεται η εξουσία να θέτουν για τρίτους, για τα μέρη της ατομικής σύμβασης εργασίας, όρους με κανονιστική ισχύ, οφείλουν να τηρούν, εκτός των άλλων, όπως ο νομοθέτης, τη γενική αρχή της ισότητας. Όποιος έχει την εξουσία να θέτει γενικούς κανόνες για τα μέλη μιας κοινότητας, οφείλει, κατά τη θέσπιση των κανόνων αυτών, να τηρεί τις επιταγές της διανεμητικής δικαιοσύνης. Το γεγονός συνεπώς ότι μία σ.σ.ε. αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της ή από συγκεκριμένη ρύθμιση μια ομάδα εργαζομένων η οποία στο πεδίο ισχύος της σ.σ.ε. (επιχείρηση, κλάδος) μπορεί να αποτελεί μειονότητα (π.χ. εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου, μερικής απασχόλησης κ.ά.), ή προβλέπει γι’ αυτήν μια διαφορετική ρύθμιση, δεν στερεί από τους εργαζομένους της ομάδας αυτής —καταλήγει ο συγγραφέας— τη δυνατότητα διεκδίκησης των παροχών της σ.σ.ε. με βάση τη γενική αρχή της ισότητας.

Στη συνέχεια, η Μαρία-Ανδριανή Κωστοπούλου πραγματεύεται το ζήτημα της υπερβολικής διάρκειας των δικών στην Ελλάδα και την αποτελεσματικότητα των εσωτερικών ενδίκων βοηθημάτων. Αφορμή η απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. στην υπόθεση Βερβελέ κατά Ελλάδος. Η προσφεύγουσα, καθαρίστρια δημόσιου νοσοκομείου, είχε ασκήσει αγωγή ήδη από το 2001 διεκδικώντας μισθολογικές προσαυξήσεις και επιδόματα, όμως η υπόθεση ολοκληρώθηκε μόλις το 2020, δηλαδή μετά σχεδόν δεκαεννέα έτη. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έκρινε ότι η τόσο παρατεταμένη διάρκεια, που χαρακτηρίστηκε από περιόδους αδράνειας και επανειλημμένες αναβολές μη αποδιδόμενες στην προσφεύγουσα, συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου. Η σημασία της κρίσης ενισχύεται από τη φύση της διαφοράς ως εργατικής, δεδομένου ότι η καθυστέρηση επηρεάζει άμεσα τη βιοποριστική κατάσταση του εργαζομένου και απαιτεί αυξημένη επιμέλεια εκ μέρους των αρχών. Περαιτέρω, το Ε.Δ.Δ.Α. εξέτασε την αποτελεσματικότητα του αποζημιωτικού ενδίκου βοηθήματος του ν. 4239/2014 για την υπερβολική διάρκεια των δικών και διαπίστωσε ότι το σύστημα εμφάνιζε ουσιώδεις αδυναμίες, ενώ και η εφαρμογή του από τα εθνικά δικαστήρια δεν παρείχε την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα, με συνέπεια να μην εξασφαλίζεται ουσιαστική αποκατάσταση της βλάβης. Η απόφαση αποκτά ευρύτερη θεσμική σημασία —τονίζει η συγγραφέας—, καθώς αναδεικνύει ότι η υπερβολική διάρκεια των δικών παραμένει διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης, ιδίως σε ευαίσθητους τομείς όπως οι εργατικές διαφορές, και ότι απαιτούνται ουσιαστικά μέτρα τόσο πρόληψης όσο και αποτελεσματικής αποζημίωσης των διαδίκων. Παράλληλα, αναμένεται να σηματοδοτήσει μεταβολές στο εθνικό νομοθετικό και δικαστηριακό πλαίσιο, ενώ επιφέρει σημαντικές συνέπειες και ως προς τη στάση των μελλοντικών προσφευγόντων ενώπιον του Ε.Δ.Δ.Α. και τη διαδικαστική τους προστασία.

Ακολουθεί, όπως πάντα, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ελληνική νομολογία: Προστασία εγκύου έναντι της απόλυσης· Αμοιβή υπερεργασίας, υπερωρίας και νυκτερινής εργασίας και στοιχεία του ορισμένου της αγωγής· Ίση μεταχείριση εργαζομένων ορισμένου χρόνου με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου· Μη καταχρηστική καταγγελία, οφειλόμενη στον κλονισμό της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο του εργαζομένου· Εργατικό ατύχημα: Βαριά σωματική βλάβη προκληθείσα από συνάδελφο με χρήση πυροβόλου όπλου· Διαρκής παράλειψη εργοδότη να άρει την υπερημερία του και επιδίκαση μισθών υπερημερίας (συνολικά) δεκαοκτώ ετών: Μη καταχρηστική άσκηση μισθολογικών αξιώσεων· κ.ά.

Το τεύχος κλείνει με το λημματικό και αριθμητικό Ευρετήριο του 2025.

Καλή ανάγνωση!