Το νέο τεύχος της ΕΕργΔ (Νοέμβριος 2025)
Στο νέο τεύχος της ΕΕργΔ (Νοέμβριος 2025) που μόλις κυκλοφόρησε:
Ο Δημήτρης Ζερδελής, με αφορμή πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ερευνά το ζήτημα των συμβάσεων έργου που υποκρύπτουν παράνομο κατ’ επάγγελμα δανεισμό εργαζομένων. Από τη στιγμή που ο κατ’ επάγγελμα δανεισμός εργαζομένων γνώρισε νομοθετική ρύθμιση και τέθηκε ένα προστατευτικό πλαίσιο για τους προσωρινώς απασχολούμενους εργαζομένους —παρατηρεί ο συγγραφέας—, η μορφή αυτή αξιοποίησης του προσωπικού τρίτων επιχειρήσεων έπαυσε να είναι μια, όπως προηγουμένως, ελκυστική επιλογή των επιχειρήσεων στην επιδίωξή τους να απασχολούν φθηνό εργατικό δυναμικό χωρίς να αναλαμβάνουν ως προς αυτό την εργοδοτική ιδιότητα και τις δεσμεύεις και την ευθύνη που η ιδιότητα αυτή συνεπάγεται. Έτσι, στράφηκαν σε μια άλλη μορφή αξιοποίησης του προσωπικού τρίτων επιχειρήσεων. Αντί να δανείζονται προσωπικό από τις επιχειρήσεις που ασκούν τον κατ’ επάγγελμα δανεισμό, με συνέπεια να υποχρεούνται να τηρήσουν τους περιορισμούς που ο νομοθέτης προβλέπει για τη μορφή αυτή απασχόλησης, συνάπτουν συμβάσεις έργου βάσει των οποίων η εργολήπτρια επιχείρηση αναλαμβάνει να εκτελεί, με το δικό της προσωπικό, εντός των εγκαταστάσεων της αναθέτουσας επιχείρησης, δραστηριότητες που προηγουμένως εκτελούνταν από το μόνιμο προσωπικό της τελευταίας. Παρατηρήθηκε όμως το φαινόμενο, το οποίο τείνει να λάβει μορφή χιονοστιβάδας, αρκετές από τις συμβάσεις αυτές να μην είναι γνήσιες συμβάσεις έργου αλλά να υποκρύπτουν παράνομο κατ’ επάγγελμα δανεισμό, δηλαδή το «έργο» που αναλαμβάνει να εκτελέσει ο εργολάβος να συνίσταται στην παραχώρηση προσωπικού εντασσόμενο στην οργάνωση εργασίας της αναθέτουσας το έργο επιχείρησης τελώντας υπό τη διεύθυνση και τις οδηγίες της. Το πότε πράγματι συντρέχει τέτοια περίπτωση και ποιες είναι οι έννομες συνέπειες που πρέπει να επέρχονται όταν αυτό συμβαίνει αναλύει διεξοδικά ο συγγραφέας στη νέα του μελέτη.
Στη συνέχεια, ο Νικόλαος Γαβαλάς, με αφορμή τρεις πρόσφατες αποφάσεις δικαστηρίων της ουσίας, εξετάζει το ερώτημα αν η άρνηση του εργοδότη να αποδώσει στην εργαζομένη μετά την άδεια μητρότητας την ίδια ή ισότιμη θέση με αυτήν που κατείχε προηγουμένως εμπίπτει στο άρθρο 7 ν. 2112/1920 περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής ή στο άρθρο 16 ν. 3896/2010 για την ίση μεταχείριση και τις ίσες ευκαιρίες ανδρών και γυναικών. Πράγματι, κατά το άρθρο 7 ν. 2112/1920, επισημαίνει ο συγγραφέας, κάθε εργαζόμενος που αντιμετωπίζει βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του από τον εργοδότη έχει την ευχέρεια να τη θεωρήσει ως καταγγελία της συμβάσεώς του και να λάβει την αποζημίωση που προβλέπει ο ίδιος νόμος. Δικαιούται επίσης να μην αποδεχθεί τη μεταβολή και να ζητήσει δικαστικά την αποκατάστασή του στην προτέρα θέση του. Εξάλλου, κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 16 ν. 3896/2010, η τεκούσα εργαζομένη που επιστρέφει στην εργασία της από την άδεια μητρότητας έχει νόμιμο δικαίωμα να τοποθετηθεί στην ίδια θέση εργασίας που κατείχε πριν απουσιάσει σε άδεια μητρότητας. Και αν αυτό είναι αντικειμενικά ανέφικτο, πρέπει να της υποδειχθεί άλλη ισάξια θέση. Η τοποθέτηση αυτή είναι ex lege υποχρεωτική για τον εργοδότη και δεν εξαρτάται ούτε από τη βλαπτικότητα της μεταβολής ούτε από την καταχρηστικότητα της άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος. Καθώς δε η άρνηση του εργοδότη να αποδώσει στην εργαζομένη την προτέρα ή ισάξια θέση της ενέχει ουσιώδεις παραβιάσεις της εργασιακής της συμβάσεως, η ένεκα τούτου αποχώρησή της —καταλήγει ο συγγραφέας— αποτελεί, κατά το Δ.Ε.Ε. αλλά και κατά το άρθρο 14 ν. 3896/2010, απαγορευμένη λόγω φύλου απόλυση, με τις εντεύθεν συνέπειες για τον εργοδότη.
Στη συνέχεια δημοσιεύονται δύο αποφάσεις του Δ.Ε.Ε. Η πρώτη αφορά το ζήτημα της επανόδου γυναίκας στην εργασία της μετά τη λήξη της άδεια μητρότητας, ενώ η δεύτερη τη διάθεση προσωρινώς απασχολουμένης με σύμβαση παροχής υπηρεσιών από εταιρεία που δεν έχει την κατά το εθνικό δίκαιο απαιτούμενη διοικητική άδεια Ε.Π.Α.
Ακολουθεί, όπως πάντα, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ελληνική νομολογία.
Το τεύχος κλείνει με την υπουργική απόφαση που ενσωματώνει το Σχέδιο δράσης για την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Ελλάδα 2026-2030, καθώς και με την υπουργική απόφαση με την οποία παρέχεται νέο υπόδειγμα πολιτικής για την καταπολέμηση της βίας και της παρενόχλησης και για τη διαχείριση εσωτερικών καταγγελιών.
Καλή ανάγνωση!


